Αντί να βρίσκεται η Ελλάδα ξαπλωμένη στο Αιγαίο της
Να ονειρεύεται χρυσούς ήλιους
Βρισκότανε καρφωμένη σ’ ένα σταυρό
Στον ουρανό
αντί για ευαγγέλια κρεμόντουσαν
τσιγκέλια
Τα πνεύματα και οι τόνοι είχαν κάνει φτερό
πετάξανε σα μυρμήγκια
Τα άλφα γίνανε ωμέγα
και ανοίξανε πεταλούδα
Ο πόνος γονάτιζε το κορμί εκεί
κατά την Εύβοια
Το Ιόνιο περίμενε
τον Ιούνιο αιωνίως στην Εσπερία
Ψηλά αντί για έλαδος
έγραφε εγκέλαδος
Οι άνθρωποι από χωματένιοι
έγιναν σοκολατένιοι
και έλιωναν
Έσταζε το κορμί
αίμα και κάτουρο
Οι Ευρώτες ιδρώτες και μούχλα
Οι Κολοκοτρώνηδες και οι Καραϊσκάκηδες ως
άλλοι δερβίσηδες ξέσκιζαν τις κουρελιασμένες φουστανέλες
γέμιζαν τον αέρα με πούπουλα λερωμένα
Εφτά σάλπιγγες από εφτά –όχι, οχτώ -δακρυσμένους αγγέλους
ηχούσαν από τις κορφές των βουνών
Ταφ-ταφ ο Ταΰγετος
Όρνεα στον Πάρνωνα
Λάμψεις στον Όλυμπο
Ο γέρο-Γιάννης τά πινε μοναχός του
επί ατμών σε μια σπηλιά
στο κινητό του έγραφε low battery
Κάτι Κανάρηδες είχανε χάσει το μπούσουλα
ψαρεύανε για τσιμπούσι με Τούρκους
Ο Καρυωτάκης έστειλε μια ξεχαρβαλωμένη κιθάρα
στον Καβάφη πεσκέσι
Οι παλιοί στρατηγοί τρίβανε τα μάτια τους
ξανάβγαζαν οι πληγές τους
φρέσκα αίματα
Κι η Ελλάδα κρεμασμένη έτεινε τα δάχτυλα να
ακουμπήσει την Κρήτη
Το χάραμα αργούσε
ακόμα στο Αφγανιστάν
Yiannis Lambrinakos

















