του Βαγγέλη Μητράκου
Η ιστορία ενός δίσκου 45 στροφών
«Η μουσική είναι το φεγγαρόφωτο στη σκοτεινή νύχτα της ζωής.»
Jean-Paul Richter, 1763-1825, Γερμανός συγγραφέας
Η 10ετία του ’60 υπήρξε η χρυσή εποχή του λαϊκού μας τραγουδιού. Η κατάργηση του γραμμοφώνου με τους βαριούς και δύσχρηστους δίσκους από βακελίτη και η εισαγωγή των ραδιοπικάπ στην αρχή και των πικ- απ αργότερα έφερε στο προσκήνιο τα δισκάκια των 45 στροφών από βινύλιο, που πάνω τους γράφτηκε ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του λαϊκού μας τραγουδιού.
Η ελληνική κοινωνία είχε αρχίσει να συνέρχεται από τη συμφορά του πολέμου και της κατοχής αλλά και από τον πικρό πολυετή εμφύλιο (με όλα τα συνακόλουθά του) και γύρευε να χρωματίσει και να νοστιμέψει τη ζωή της ακουμπώντας ΚΑΙ πάνω στο τραγούδι. Οι λαϊκοί στιχουργοί έγραψαν για την αγάπη, τη φτώχεια, την αδικία και τα άλλα κοινωνικά προβλήματα και οι συνθέτες έντυσαν τους στίχους με έντονα συναισθηματική μουσική. Το τραγούδι αυτό ακούμπησε το σφυγμό των λαϊκών ανθρώπων κι έφερε τεράστια ζήτηση σε δίσκους των 45 στροφών που με τη σειρά της εκτίναξε στα ύψη την παραγωγή τους. Δεκάδες, ίσως κι εκατοντάδες εταιρείες δίσκων (μερικές γνωστές , άλλες άγνωστες) δεν προλάβαιναν να τυπώνουν δίσκους, ενώ στιχουργοί, συνθέτες, λαϊκές ορχήστρες και τραγουδιστές βρίσκονταν συνεχώς στα στούντιο ηχογραφήσεων δίνοντας στο διψασμένο κοινό τραγούδια για τις ανάγκες της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας.
Μέσα σ’ αυτήν την πολιτιστική άνοιξη διακρίθηκαν, εκτός από τους γνωστούς και καταξιωμένους τραγουδιστές, στιχουργούς, συνθέτες, οργανοπαίχτες, κλπ, και άνθρωποι απλοί, χωρίς όνομα στον καλλιτεχνικό χώρο, που απλώς αγαπούσαν το λαϊκό τραγούδι και ήθελαν κι αυτοί ν’ αφήσουν ένα ίχνος στην κοσμογονία που συντελούνταν. Μερικοί κατάφεραν να κάνουν μία ή περισσότερες επιτυχίες. Άλλοι απλώς έμειναν με την ικανοποίηση της προσπάθειας και με ενθύμιο κάποια δισκάκια φυλαγμένα στα μπαούλα τους.
Ένας απ’ αυτούς τους αφανείς εργάτες του τραγουδιού εκείνης της περιόδου υπήρξε και ο Σπαρτιάτης Νίκος Νικολόπουλος του Ιακώβου και της Ζωής Γερακού.
Ο Νίκος Νικολόπουλος κατάγεται από μουσική οικογένεια. Ο παππούς του, Νίκος Νικολόπουλος, από Σουστιάνους Λακωνίας, έπαιζε βιολί. Τα δυο του παιδιά, ο Βασίλης και ο Ιάκωβος ασχολήθηκαν κι αυτά με τη μουσική.
Ο Βασίλης Νικολόπουλος, μουσικός, έπαιζε βιολί και κλαρίνο (πρώτο κλαρίνο στη Φιλαρμονική Σπάρτης επί μαέστρου Αλ . Παναγιωτόπουλου) και θήτευσε Δ/ντής στο Μουσικό Τμήμα του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών στα 1937!
Ο Ιάκωβος Νικολόπουλος ξεκίνησε μαθαίνοντας λαούτο από τον πατέρα του, αλλά αργότερα τον κέρδισε το βιολί, στο οποία αναδείχθηκε βιρτουόζος. Όσοι τον γνώρισαν και τον άκουσαν λένε ακόμα πως αν ο Ιάκωβος Νικολόπουλος ήταν στην Αθήνα και είχε δικτυωθεί με τα καλλιτεχνικά και δισκογραφικά κυκλώματα του καιρού εκείνου, θα είχε την καριέρα ενός Γιώργου Κόρου. Ήταν τέτοια η αγάπη του για τη μουσική και το βιολί, ώστε ακόμα και στο υπόγειο μαγαζί του με πλαστικά και άλλα οικιακά είδη, στην οδό Γκορτσολόγου, έπαιζε, μέχρι τα γεράματά του, με το αχώριστο βιολί του, καταπληκτικές μελωδίες χαρίζοντας στους περαστικούς νότες χαράς κι αισιοδοξίας. Μουσικές που μπαίνανε μες στην καρδιά και τη ζεσταίνανε.
Ο γιος του Ιάκωβου, ο Νίκος, από ηλικία 9 ετών, έμαθε από τον πατέρα του λαούτο και βγήκε μαζί του στα πανηγύρια, τους γάμους, τα γλέντια, κλπ, με πρώτη δημόσια εμφάνισή του στο πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής στη Μαγούλα. Ήτανε η εποχή που οι άνθρωποι, από μικρά παιδιά, βάζανε κάτω τη ζωή τους και την κερδίζανε με το σπαθί τους.
Μετά το στρατιωτικό ο Νίκος αποφάσισε ν’ αφήσει το λαούτο και να μάθει κιθάρα για λόγους που επέβαλλε η εποχή. Αξιοποιώντας το φυσικό του ταλέντο έμαθε μόνος του κιθάρα μπαίνοντας βαθιά στους λαϊκούς και τους άλλους μουσικούς δρόμους και συνέχισε να δουλεύει με τον πατέρα του και άλλους ντόπιους μουσικούς (Τσερωτά Σωτήρη, Λιακάκο Λεωνίδα, Κουτσοβίτη-Ξάρχο Θανάση, Πλαγάκη Γιώργο, κ.α.). Εκτός από τη δεξιοτεχνία του στην κιθάρα και το πλούσιο ρεπερτόριό του σε λαϊκά αλλά και δημοτικά τραγούδια μεγάλο πλεονέκτημα του Νίκου Νικολόπουλου ήταν η στιβαρότητα και η έκταση της φωνής του, το γνήσιο λαϊκό της χρώμα και η ερμηνευτική του ικανότητα, χαρίσματα που έδιναν στις εμφανίσεις του έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα και τον έκαναν περιζήτητο.

Ηρωικές εποχές με πολύ μόχθο, πότε στη ζέστη του καλοκαιριού και πότε στα κρύα του χειμώνα, με ξενύχτια που δεν πληρώνονταν όποια κι αν ήταν η αμοιβή, ξημερώματα στους έρημους σταθμούς των ΚΤΕΛ, με τεχνικό εξοπλισμό πρωτόγονο … μια μπαταρία αυτοκινήτου, έναν υποτυπώδη ενισχυτή και μεγαφωνάκια αγορασμένα από του ΠΡΙΣΤΟΥΡΗ στη Σπάρτη. Δυσκολίες που αντί να τους λυγίζουνε τους τέντωναν σαν το δοξάρι που σφεντονίζει τη σαγίτα.
Τέτοιοι λαϊκοί οργανοπαίχτες και τραγουδιστές, όπως ο Ιάκωβος και ο Νίκος Νικολόπουλος αποτέλεσαν αναπόσπαστο κεφάλαιο στο χώρο της λαϊκής μας παράδοσης, βάζοντας με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο τη σφραγίδα τους, στη μουσική παράδοση του τόπου μας. Υπήρξαν οι απλοί και καθημερινοί άνθρωποι, του μόχθου και της βιοπάλης, που κυκλοφόρησαν και κυκλοφορούν ανάμεσά μας, αλλά στην πραγματικότητα ήταν οι λαϊκοί καλλιτέχνες που κράτησαν γερά τη μουσική μας παράδοση, χωρίς ανθρώπινες δάφνες, για να τη μεταλαμπαδεύσουν και στις νεότερες γενιές.

Είναι αυτοί που με λίγα μουσικά όργανα και πενιχρό εξοπλισμό συγκροτούσαν μια πλήρη «ζυγιά» , έχοντας σαν κυρίαρχο όργανο το κλαρίνο, που συνοδευόταν από το βιολί, το λαούτο, την κιθάρα, το ντέφι και το τελειότερο μουσικό όργανο που είναι η φωνή.
Ήταν οι ακούραστοι άνθρωποι που πήγαιναν σε κάθε γωνιά του τόπου μας παίζοντας σε γάμους, σε γιορτές και πανηγύρια, γλεντώντας τον κόσμο, ανάβοντας τα μεράκια του και σβήνοντας τους καημούς του.
Πήγαιναν στα πανηγύρια, κι εκεί, ολόκληρα μερόνυχτα, αντιμέτωποι με το ξενύχτι και την κούραση έπαιζαν ασταμάτητα τραγούδια που αναφέρονταν σε ό,τι έχει σχέση με τον απέραντο κύκλο της ζωής.

Κάποια στιγμή, στα 1968, ο Νίκος Νικολόπουλος αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στην Αθήνα, εκεί όπου χτυπούσε η καρδιά του λαϊκού και του δημοτικού τραγουδιού, εκεί όπου μπορούσε να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του ένας νέος μουσικός και τραγουδιστής. Έμεινε στην Αθήνα 2 χρόνια, περίπου, δουλεύοντας με καλά μεροκάματα ως τραγουδιστής σε διάφορα μαγαζιά ενώ για μια περίοδο τραγούδησε στο ίδιο μαγαζί με τον αξέχαστο αρχοντορεμπέτη Πάνο Μιχαλόπουλο από τη γειτονική Καλαμάτα! Η προσπάθεια αυτή για το χτίσιμο μιας καριέρας στην Αθήνα σταμάτησε όταν δέχτηκε ο Νίκος ένα τηλεφώνημα από τον πατέρα του τον Ιάκωβο, με το οποίο προσπάθησε να τον πείσει ν’ αφήσει την Αθήνα και να επιστρέψει στη Σπάρτη. Το ισχυρότερο επιχείρημα του πατέρα, που ράγισε τις αντιστάσεις του γιου ήταν η φράση: «Ποιος θα μου κλείσει τα μάτια όταν πεθάνω»;
Το πρωί έγινε το τηλεφώνημα, το βράδυ ο Νίκος ήταν στη Σπάρτη. Ο κύβος είχε ριφθεί. Από τότε ρίζωσε εδώ, στη Σπάρτη, στο πατρικό σπίτι και στο μαγαζί.
Μια τελευταία «Σειρήνα» που θέλησε να τον «πλανέψει» «τραγούδησε» μάταια: Ήταν μετά την επιστροφή του από την Αθήνα, κάπου στα 1970, όταν σε εκδήλωση που γινόταν στην πλατεία της Σπάρτης προς τιμήν των ΑΧΕΠΑ, της πιο γνωστής και μεγαλύτερης ελληνοαμερικανικής οργάνωσης, ο Τάμης Καλαμαράς, ομογενής με καταγωγή από Αναβρυτή, που είχε μαγαζιά ψυχαγωγίας στην Αμερική, ενθουσιασμένος από τις ερμηνείες και το μουσικό πρόγραμμα του Νίκου Νικολόπουλου του πρότεινε να τον πάρει στην Αμερική, για να δουλέψει στο κέντρο διασκέδασης «Η ΣΠΗΛΙΑ» στην Αστόρια της Νέας Υόρκης. Ο Νίκος όμως είχε πάρει πλέον τις οριστικές αποφάσεις του. Η άγκυρα που είχε ρίξει ο πατέρας του ήταν πολύ βαριά για να σηκωθεί. Ποιος ξέρει, άραγε, ποια θα ήταν η πορεία του Ν. Νικολόπουλου αν έμενε στην Αθήνα ή αν πήγαινε στην Αμερική; Το σίγουρο είναι πως στη ζυγαριά του, παρά την ισχυρή πρόκληση, βάρυνε περισσότερο η έγνοια και η ευθύνη για την οικογένεια και για τους γονείς. Και γι’ αυτό δεν έχει μετανιώσει ποτέ έως σήμερα.
Πολύ γρήγορα οι «Νικολοπουλαίοι» έγιναν «πρώτο όνομα» στη Λακωνία και την ευρύτερη περιοχή και γι’ αυτό περιζήτητοι σε κάθε κοινωνική εκδήλωση που γύρευε κέφι, χορό και τραγούδι. Κάθε εμφάνισή τους «χαλούσε κόσμο»!
Κάπου στα 1975 ένας αγρότης και λαϊκός στιχουργός (από εκείνους που δεν σπούδασαν πουθενά τη στιχουργική, αλλά έγραφαν κατευθείαν απ’ την καρδιά τους), ο Παναγιώτης Κ. Καλομοίρης από τη Βορδόνια Λακωνίας, επισκέφθηκε το Νίκο Νικολόπουλο και τον παρακάλεσε να ηχογραφήσει ένα τραγούδι που είχε γράψει, με τίτλο «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣΣΑ». Ο Νίκος, αν και μέχρι τότε δεν είχε ασχοληθεί με τη δισκογραφία, δέχθηκε κι ένα πρωί Δευτέρας έφυγαν για την Αθήνα. Ο Νίκος, το προηγούμενο βράδυ, είχε τραγουδήσει με την ορχήστρα του σ’ ένα γάμο στο κέντρο «ΖΟΥΜΠΟΥΛΗ» στο Παρόρι, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε, αν και ξενυχτισμένος, να κάνει το χατίρι του φίλου του. Στην Αθήνα πήγαν κατευθείαν στο ιστορικό στούντιο ERA (από το 1956 έως ΚΑΙ σήμερα στην κορυφή των ηχογραφήσεων) για να κάνουν την ηχογράφηση. Ο Καλομοίρης είχε ήδη κάνει όλη την απαραίτητη προετοιμασία: Είχε δώσει τους στίχους στο συνθέτη-στιχουργό και μπουζουξή Πάνο Σκουρτέλη για να βάλει τη μουσική, αυτός είχε κλείσει την ορχήστρα και το στούντιο, κι όλα ήταν έτοιμα.
Ο Πάνος Σκουρτέλης, ως στιχουργός, συνθέτης και μπουζουξής, είχε τη δική του αξιόλογη παρουσία στο λαϊκό μας τραγούδι και αρκετές επιτυχίες, με πιο γνωστές ανάμεσά τους τα τραγούδια: «Τη ζούλα μου ανακάλυψαν» και «Τα κεριά τα σπαρματσέτα» με τον Δημήτρη Ευσταθίου. Διατηρούσε, επίσης, στην Αθήνα, στην οδό Βερανζέρου, κατάστημα δίσκων, αλλά είχε δημιουργήσει στα 1970 και τη εταιρεία δίσκων «EL GRECO” , στην οποία μέχρι το 1980 ηχογράφησαν τραγούδια ο Γιάννης Φλωρινιώτης, ο Δ. Ευσταθίου, ο Τάκης Μπίνης, η Μιμίκα Καζαντζή, κ.α . Με την ΕL GRECO συνεργάστηκε ως μουσικός και συνθέτης και ο μεγάλος σολίστας του μπουζουκιού Ανέστος Αθανασίου ή «Γύφτος», για να αφήσει πια, στην δεκαετία του 70, τα τελευταία δείγματα μιας ξεχωριστής λαϊκής τέχνης.
Στην ορχήστρα που θα έκανε την ηχογράφηση μπουζούκι έπαιζε ο Γιάννης Μωραΐτης! Ο Γιάννης Μωραΐτης υπήρξε ένας μεγάλος σολίστας του μπουζουκιού με πάνω από 11.500 τραγούδια στο ενεργητικό του!!! Είχε παίξει δίπλα σε όλους σχεδόν τους επώνυμους τραγουδιστές, συνθέτες και μπουζουξήδες και εμφανίστηκε στα μεγαλύτερα κέντρα της εποχής. Δούλεψε κοντά στους Μάρκο Βαμβακάρη, Γ. Λαύκα, Γ. Τζουανάκο, Β. Τσιτσάνη, Ι . Παπαϊωάννου, Σωτ . Μπέλλου, Στρ. Διονυσίου (ήταν μπουζουξής του 12 ολόκληρα χρόνια), Ανθούλα Αλιφραγκή, Πόλυ Πάνου, Στρ. Παγιουμτζή, Χρηστάκη, Δ. Κοντολάζο, Γ. Νταλάρα, Γιάννη Πάριο κ.α.).

Η ηχογράφηση θα γινόταν play back κι ενώ η ορχήστρα έκανε ζέσταμα ο Νίκος ζήτησε από το συνθέτη τα λόγια του τραγουδιού.
– Κάπου εδώ τα ‘χω, αποκρίθηκε εκείνος κι άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του.
Η αναζήτηση όμως απέβη άκαρπη!
– Πω πω!!! Τα ξέχασα στο μαγαζί, είπε! Αμέσως τηλεφώνησε στην κοπέλα του μαγαζιού:
– Κοίτα, κάπου εκεί έχω ξεχάσει ένα χαρτί με τα λόγια ενός τραγουδιού. Βρες το και πες μου τα λόγια.
Η κοπέλα, ευτυχώς, βρήκε το χαρτί και τηλεφωνικά υπαγόρευσε στο συνθέτη τα λόγια του τραγουδιού:
«Σπαρτιάτισσα , Σπαρτιάτισσα
μικρή Σπαρτιάτισσά μου
εσύ μού πήρες το μυαλό
και τη φτωχή καρδιά μου.
ρεφραίν
Αχ Σπαρτιάτισσα, αχ Σπαρτιάτισσα
μάγια μου ‘χεις καμωμένα και σ’ αγάπησα
Αχ Σπαρτιάτισσα, αχ Σπαρτιάτισσα
την καρδιά μου μου ’χεις κλέψει
πώς την πάτησα!
Σπαρτιάτισσα, Σπαρτιάτισσα
γενιά του Λεωνίδα
θα σ’ αγαπώ στ’ αληθινά
δώσε μου μια ελπίδα.
Ρεφραίν
Αχ Σπαρτιάτισσα …
Με το χαρτί στο χέρι ο Νίκος, χάρη στην πολύχρονη εμπειρία του και τη μουσική του αντίληψη, έκανε μόνο 2-3 πρόβες με την ορχήστρα κι άρχισε η ηχογράφηση. Η ορχήστρα, πρώτη, έγραψε τη μουσική και ύστερα ο Νίκος έβαλε τα ακουστικά, στάθηκε μπροστά στο μικρόφωνο, απέναντι από το τζάμι του στούντιο, μέσα από το οποίο τον παρακολουθούσε ο ηχολήπτης καθισμένος μπροστά στη μεγάλη κονσόλα, και η ηχογράφηση του τραγουδιού άρχισε.
Την πρώτη φορά ο ηχολήπτης δεν έμεινε ικανοποιημένος. Το ίδιο και τη δεύτερη. Την τρίτη φορά όμως, ενθουσιασμένος, έκανε στο Νίκο το σήμα της επιτυχίας. Η ηχογράφηση είχε τελειώσει και ήταν επιτυχημένη.
Έτσι, τόσο απλά και γρήγορα τέλειωσαν όλα.
Στη συνέχεια ο Σκουρτέλης ανέλαβε να τυπώσει το τραγούδι σε δίσκο 45 στροφών στην εταιρεία του, την EL GRECO! Από τη «μήτρα» χαράχτηκαν τα «αυλάκια» πάνω στους δίσκους και μετά κολλήθηκαν οι κόκκινες ετικέτες:
EL GRECO RECORDS
Π.Κ. GR . N . 143 Α
A.E . 3448 ) 492 )75 MADE IN GREECE
ΠΑΝ. Κ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ
ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣΣΑ
Συρτό
Εκτέλ.. ΝΙΚ. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ
Μπουζούκι Γιάννης Μωραΐτης

Στη πίσω μεριά του δίσκου (φλιπ-σάιντ) μπήκε ένα άλλο τραγούδι του Π. Καλομοίρη, ένα ζεϊμπέκικο, με τίτλο «Ας ήμουνα χωρίς καρδιά», με ερμηνεύτρια την Καίτη Πετράκη! Αυτή ήταν μια συνήθης πρακτική της δισκογραφίας εκείνου του καιρού, να βάζουν, δηλαδή, στη β’ πλευρά του δίσκου τραγούδι σε άλλο σκοπό και με άλλον ερμηνευτή προκειμένου ο δίσκος να έχει καλύτερη τύχη στην αγορά.
Η Καίτη Πετράκη υπήρξε κι αυτή σπουδαία τραγουδίστρια και μεγάλο όνομα στο λαϊκό μας τραγούδι στις 10ετίες του ’50 και του ’60. Συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα της εποχής όπως τον Απ. Καλδάρα, Σπύρο Καλφόπουλο, τον Ανέστο Αθανασίου – Γύφτο, τον Σταύρο Τζουανάκο, τον Στέλιο Σουγιουλτζή, τον Πάνο Γαβαλά, τον Τάκη Μπίνη, κ.α. Εργάστηκε ΚΑΙ στην Ελλάδα ΚΑΙ στην Αμερική κι έχει δώσει ηχογραφήσεις πολλών τραγουδιών όπως: «Μου στέλνεις γιε μου γράμματα», «Γεννήθηκα για να πονώ», «Πονεμένη θα πεθάνω», «Καίγομαι – καίγομαι», «Γιατί πατέρα», «Η σουπιά», «Τουμπεκί ψιλοκομμένο», κ.α., ενώ το 1959 είχε εμφανιστεί με τον Σπύρο Καλφόπουλο και το συγκρότημά του στην ταινία “Άντρα θέλω με πυγμή”, με δύο ωραία τραγούδια του Καλφόπουλου: «Άντρα θέλω ντερμπεντέρη» και «Απ’ τη μύτη πιάνεται το έξυπνο πουλί».

To γεγονός ότι επιλέχθηκε για την α΄ πλευρά του δίσκου το τραγούδι «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣΣΑ» σε εκτέλεση του Νίκου Νικολόπουλου, αντί εκείνου με την Καίτη Πετράκη, που ήταν ήδη φίρμα και μεγάλο όνομα του λαϊκού τραγουδιού, αποτελεί απόδειξη ότι ο Νίκος, με τη γνήσια λαϊκή φωνή του και την ερμηνευτική εμπειρία του κέρδισε τις εντυπώσεις και μαζί την πρώτη πλευρά του δίσκου.
Αφού ο δίσκος εκτυπώθηκε, ήρθε η δύσκολη ώρα της διανομής. Τότε στα δισκάδικα πουλιούνταν, κυρίως, οι δίσκοι των μεγάλων τραγουδιστών, αυτοί που παίζονταν από τις λαϊκές εκπομπές του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.). Οι άλλοι, που δεν είχαν όνομα στην πιάτσα, έπρεπε μόνοι τους να φροντίσουν για να πουληθούν οι δίσκοι τους και να βγάλουν κάτι από τα έξοδα που είχαν κάνει. Ο Π. Καλομοίρης είχε ήδη ξοδέψει 30.000 δραχμές κι έπρεπε να τις αποσβέσει. Διότι καλή είναι η «δόξα» αλλά «δη δει χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων»! Ο Νίκος Νικολόπουλος ΔΕΝ είχε πάρει καμιά αμοιβή, αλλά όλοι οι άλλοι (στούντιο, ορχήστρα, συνθέτης, εταιρεία ηχογράφησης, κλπ) πληρώθηκαν με το παραπάνω. Ο Παν. Καλομοίρης πήρε, λοιπόν, ένα κουτί με δίσκους της «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣΣΑΣ» και βγήκε «γύρα» στη Σπάρτη για να τους πουλήσει. Εξάλλου το τραγούδι «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣΣΑ» ενδιέφερε ως θέμα μόνο τη Σπάρτη κι εκεί είχε ελπίδες να πουληθεί ο δίσκος. Ένα πρωί, όμως, εμφανίστηκε στο κατάστημα του Νίκου Νικολόπουλου, ο Καλομοίρης, κρατώντας στα χέρια του ένα γεμάτο κουτί με δίσκους, τελείως απογοητευμένος. Δεν είχε καταφέρει να πουλήσει ούτε ένα δίσκο. Αποφασίστηκε, λοιπόν, νέα εξόρμηση, με το Νίκο αυτή τη φορά. Περνώντας από διάφορους γνωστούς και μαγαζιά στη Σπάρτη και αξιοποιώντας τις γνωριμίες του Νίκου, κατάφεραν να δώσουν 30 δίσκους προς 50 δρχ τον έναν!!!
-Τον τριακοστό τον δώσαμε στην Κοσμική Ταβέρνα του Βαγγέλη του Κεφαλόπουλου που είχε Τζουκ-Μποξ, θυμάται ο Νίκος.
Κι ενώ κάθισαν εκεί, στην ταβέρνα του Κεφαλόπουλου (Όθωνος Αμαλίας, υπόγειο), για να πιουν κι εκείνοι ένα κρασί και να ξαποστάσουν, οι θαμώνες, από περιέργεια στην αρχή κι επειδή τους άρεσε ύστερα, έριχναν κέρματα στο ηλεκτρόφωνο κι έβαζαν και ξανάβαζαν τη «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣΣΑ» χορεύοντας και κάνοντας κέφι, προς μεγάλη ικανοποίηση του Νίκου και του Παναγιώτη που έβλεπαν «δια ζώσης» ότι το τραγούδι τους άρεσε!
Κατοπινά ο Νίκος στα πανηγύρια και στα γλέντια που πήγαινε για δουλειά έπαιρνε μαζί του και δίσκους με τη «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣΣΑ», κι αφού την τραγουδούσε για να την κάνει γνωστή και να την «περάσει» στον κόσμο, πουλούσε μετά και κάποιους δίσκους αποδίδοντας το αντίτιμο στον Καλομοίρη. Υπολογίζει ότι πρέπει, συνολικά, να πουλήθηκαν με τον τρόπο αυτό περίπου 1.000 δίσκοι, αριθμός που δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητος, αν σκεφθεί κανείς τον τοπικό χαρακτήρα του τραγουδιού αλλά και το γεγονός ότι το τοπίο των δίσκων 45 στροφών και της όλης διασκέδασης είχε αρχίσει ν’ αλλάζει ριζικά με την εμφάνιση της τηλεόρασης και την εισβολή των μεγάλων δίσκων των 33 στροφών. Η χρυσή 10ετία του ’60 για το λαϊκό τραγούδι και τους δίσκους των 45 στροφών είχε πλέον μπει στην περίοδο της παρακμής. Έτσι, λοιπόν, εκτός από την όποια καλλιτεχνική επιτυχία ο δίσκος «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣΣΑ» είχε, χάρη στη συμβολή του Νίκου ΚΑΙ οικονομικό όφελος. Ο Νίκος Νικολόπουλος «εισέπραξε» απλώς τη δόξα τού τραγουδιστή και χάρη στο δίσκο ανέβασε το ειδικό του βάρος αλλά και το κασέ του ως καλλιτέχνης.
Στα 1987 τελείωσε η πορεία της ζωής του κυρ – Ιάκωβου Νικολόπουλου. Το «μαγικό» βιολί του σίγησε και η τοπική μουσική παράδοση, στην οποία αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, φτώχυνε. Ο κυρ- Ιάκωβος έφυγε έχοντας ξεπληρώσει, με το παραπάνω, το χρέος του προς τη ζωή και τους ανθρώπους, αφήνοντας πίσω ανάμνηση της ψυχής του. Και ο μοναχογιός του ο Νίκος ήταν εδώ «για να του κλείσει τα μάτια» έτσι όπως το ήθελε και του το είχε ζητήσει κάποτε. Στα 1995 πήγε να τον «βρει» και η γυναίκα του, η κυρά Ζωή Γερακού, από το Γεράκι της Λακωνίας, πιστή και ακάματη σύντροφος και συμπαραστάτης του στις τρικυμίες της ζωής. Ήταν, το 1995, μια χρονιά «σημαδιακή», αφού τότε αποφάσισε κι ο Νίκος να αποσυρθεί από την καλλιτεχνική δράση και ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά με το κατάστημά του.
Σήμερα ο Νίκος Νικολόπουλος μαζί με τη άξια σύζυγό του Δήμητρα και τα τρία αγόρια τους, συνεχίζουν τον αγώνα στο στίβο της ζωής με δύναμη, πίστη και αξιοσύνη, πατώντας γερά πάνω στα θεμέλια και τις αξίες που κληρονόμησαν από τους παππούδες και τους γονιούς.
Ο δίσκος με τη «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣΣΑ» είναι πλέον συλλεκτικός και αποτελεί μια μικρή όμορφη μοναχική ψηφίδα στη μουσική πολιτιστική ιστορία του τόπου μας. Παλιότερα, η «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣΣΑ» είχε παιχθεί, αρκετές φορές στα τοπικά ραδιόφωνα (πρώτη ραδιοφωνική μετάδοση από τον υποφαινόμενο στο πρώτο ιδιωτικό ελεύθερο ραδιόφωνο της Λακωνίας, το ιστορικό ΡΑΔΙΟ –ΣΠΑΡΤΗ, του Σταύρου Ψηλακάκου και μετέπειτα στο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΣΠΑΡΤΗΣ και στον ΛΑΚΩΝΙΑ FM του αείμνηστου Ανδρέα Χιώτη) αλλά με την αλλαγή του ύφους των μουσικών ραδιοφωνικών εκπομπών και με την εισβολή των CD και των επιλογών μέσω Η/Υ η «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣΣΑ» όπως και όλοι οι δίσκοι των 45 στροφών και τα λαϊκά τους τραγούδια, πέρασαν στην ιστορία. Στην εποχή μας, πλέον, μόνο ρέκτες του παλιού τρόπου διασκέδασης και φανατικοί λάτρεις του λαϊκού τραγουδιού, αυτού που αποτυπώθηκε στα δισκάκια των 45 στροφών, εξακολουθούν να ακούνε αυτούς τους δίσκους (που με ευλάβεια θρησκευτική φυλάνε στα συρτάρια τους) πάνω σε παλιά πικ-απ, τα οποία ακόμα εξακολουθούν να «γυρίζουν» και να «διαβάζουν» με τη βελόνα τους την ψυχή μιας άλλης εποχής.
Ο δημιουργός του δίσκου «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΣΣΑ», ο Νίκος Νικολόπουλος, χορτασμένος πλέον από τραγούδι και μουσική έχει παραδώσει, εδώ και χρόνια, τη μουσική σκυτάλη στα δυο από τα τρία αγόρια του, τον Τέλη και τον Άκη, που με ταλέντο, συνέπεια κι αίσθημα ευθύνης απέναντι στη μουσική κληρονομιά τους και την ιστορία της οικογένειας ασχολούνται ΚΑΙ επαγγελματικά με τη μουσική (αρμόνιο, κρουστά, τραγούδι), συνεχίζοντας επάξια την οικογενειακή παράδοση, το νήμα της οποίας ποιος ξέρει ως πού θα φτάσει.
Στην σημερινή οικογενειακή επιχείρηση (Υαλοπωλείο – Οικιακά Είδη – Τεχνητά Άνθη και Φυτά – Μουσικά Όργανα), στην οδό Γκορτσολόγου 62 (κοντά στην πλατεία) στη Σπάρτη, ο Νίκος Νικολόπουλος, εκεί που κάποτε προβάριζε τραγούδια με την κιθάρα του, συνταξιούχος πλέον, υποδέχεται πάντα ζεστά κι εγκάρδια τους παλιούς αλλά και τους νέους φίλους, αναπολεί την παλιά εποχή και διηγείται τις ιστορίες της σ’ όσους θέλουν να τις μοιραστούν μαζί του.
Το άρωμα του έργου που άφησε σαν διασκεδαστής και καλλιτέχνης συντροφεύει τις αναμνήσεις έτσι όπως συντρόφεψε τις σημαντικές στιγμές των ανθρώπων μιας άλλης εποχής.
«Τούτη η ζωή , μα το Θεό , δεν ξέρει κανένας μαθές, πότε είναι παραμύθι και πότε αληθινή»!

















