Την περίοδο 1881-1895 δεν υπήρχαν στην Αλεξάνδρεια σωματεία που να διοργανώνουν χορευτικές εσπερίδες για τον πολύ κόσμο. Έτσι μοναχά τα αλεξανδρινά ¨Καρναβάλια¨, ιδιαιτέρως αυτής της περιόδου, σημείωσαν σταθμό στην ιστορία της κοσμικής ζωής της πόλης.
Με πρωτοβουλία των προκρίτων Ελλήνων, Συναδινών, Ζερβουδάκιδων, κ.ά., που αποτελούσαν το ¨Κομιτάτον των Απόκρεω¨, οργανώνονταν παρελάσεις μεταμφιεσμένων αφάνταστου θεαματικότητας. Αρχαίες αναπαραστάσεις, διακωμωδήσεις επίκαιρων γεγονότων, συμβολικά άρματα μυθώδους πολυτέλειας παρήλαυναν σε πομπή από την κεντρική πλατεία δια των οδών Σερίφ Πασά και Ροζέτης μέχρι του κατοπινού Δημαρχιακού Μεγάρου και τανάπαλιν, ενώ τα πλήθη κατά χιλιάδες παρακολουθούσαν την παρέλαση από τα πεζοδρόμια και τους εξώστες των σπιτιών, ραίνοντας τον Καρνάβαλο με λουλούδια και πολύχρωμα κουφέτα. Έρχονταν δε ομογενείς όχι μόνο από το Κάιρο, αλλά και από το εσωτερικό της Αιγύπτου.
Για την οργάνωση αυτής της παρέλασης, για τις πολυτελείς στολές και για τη διακόσμηση των αρμάτων, δαπανούνταν περί τις 30.000 λίρες, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος κατέβαλλαν τα μέλη του Κομιτάτου.
Είναι φυσικό πως δεν θα συμφωνούσαν όλοι με αυτή τη χλιδή και τη συνεπαγόμενη σπατάλη, όταν εκτός από τη συντριπτική πλειοψηφία του αιγυπτιακού λαού, οι περισσότεροι Αιγυπτιώτες ήταν είτε μεροκαματιάρηδες, είτε προσπαθούσαν για μια καλύτερη μοίρα, κυρίως μέσω του εμπορίου.
Έτσι, στις 3/3/1881 διαβάζουμε στην αλεξανδρινή εφημερίδα ¨Ομόνοια¨ άρθρο ανώνυμου συγγραφέα με τίτλο ¨Τριήμεροι εορταί των Απόκρεων¨, το οποίο εκτός από την περιγραφή του εορτασμού ως κομμάτι κοινωνικής ιστορίας, στηλιτεύει με κατάλληλες αιχμές τα κακώς κατ΄ αυτόν κείμενα.
Παράλληλα, αναφέρεται πως η χώρα μπορεί να είχε βγει από μία οικονομική κρίση – πιθανώς την κρίση του βάμβακος (1862) – που σίγουρα έκανε τους φτωχούς φτωχότερους, αλλά επηρέασε σημαντικά και την αστική τάξη.
Ας σημειωθεί δε, πως από το καλοκαίρι του ίδιους έτους ξεκινά μια νέα, πολιτική κρίση με την επανάσταση του Οράμπι, που θα οδηγήσει το επόμενο έτος στην ξένη επέμβαση, στο βομβαρδισμό της Αλεξάνδρειας και στην κατοχή της Αιγύπτου από τους Άγγλους που με τον ένα ή το άλλο τρόπο διατηρήθηκε ως το 1952.
Ας το απολύσουμε λοιπόν, διατηρώντας την ορθογραφία της εποχής, η οποία και αυτή δίνει τη δική της μαγική αύρα από το παρελθόν και γενικότερα την ιστορία :
¨Ήλθον και παρήλθον αι εορταί, χθες δε εν των χρηματιστηρίω οι πλείονες διηγούντο τα ευατών κατορθώματα, εσχολίαζαν τα των άλλων, εν γένει δε επέχαιρον, διότι παρήγαγαν τοσαύτην και τοιάυτην ιλαρότητα και ευθυμίαν εις το πολυσύνθετον και πολυμιγές κοινόν της Αλεξανδρείας. Βεβαίως παρήχθη κίνισις τις του χρήματος, αλλά υπό οικονομολογικήν έποψιν ολίγον ωφελήθησαν οι ενδεέστεροι. Είναι αληθές ότι ωφελήθησαν τινες, αλλ΄ οι πλείους εζημιώθησαν, διότι τινές μεν αυτών έχασαν δύο ημερομίσθια, πάντες δε εξώδευσαν τι μόνον ίνα ίδωσι τας εορτάς και την εύθυμον κίνησιν του πλήθους, ή μάλλον των της ανωτέρας τάξεως, οίτινες, ως έχοντες το παντοδύναμον, έλαβον και μέρος. Αλλ΄ ημείς αποφεύγοντες δια πειστικών αποδείξεων να είπωμεν κατά πόσον ωφέλησαν ή έβλαψαν αι εορταί αύται, αρκούμεθα να είπωμεν ότι αύται είναι ένδειξις της ανθηράς οικονομικής καταστάσεως, εις ην ευρίσκεται η χώρα, κυρίως ως προς την εμπορικήν τάξιν. Είναι γενικώς παραδεκτόν ότι, όταν η κερδώα τάξις ευπορή, τούτο είναι αλάνθαστον τεκμήριον ότι η κατωτέρα τάξις σχετικώς δυστυχεί.
Και άλλοτε εγένοντο παρόμοιοι εορταί, αλλά δυστυχώς μετ΄ αυτάς επήλθεν η οικονομική εκείνη κρίσις, ήτις κατεθέρισε την εμπορικήν τάξιν. Γνωστά τοις πάσιν επί πόσον χρόνον έπασχε η χώρα, φανερόν δε ήδη εις ποίον ευάρεστον σημείον ευρισκόμεθα. Πας φίλος και της χώρας και της εμπορικής τάξεως, ήτις κρατεί το βαρόμετρον της κοινής ευπραγίας ή δυστυχίας, εύχεται να μην επακολουθήσωσιν αι παρελθούσαι εκείναι οικονομικαί καταπτώσεις και συμφοραί, ούτε να υπάρχη κίνδυνος δια τοιαύτην κρίσιν. Εν τούτοις δεν λείπωμεν συνιστώντες μετριότητα κατά την ευτυχίαν, ίνα εν δεινοίς καιροίς η αγωνία ή ολιγωτέρα.
Λοιπόν, ήλθον και παρήλθον αι εορταί, έμεινον δε μόναι αι εντυπώσεις εν εκάστω, οίτινες αποτελούσι σημείον τι της εν τη βίω ημών αναπολήσεως των πεπραγμένων. Ίνα δε κατά τους φιλοσοφούντας είπωμεν μόναι αι στιγμαί της ευτυχίας και της δυστυχίας, χαράς και λύπης, αποτελούσι το νήμα της ζωής, ταύτας δε και μόνας ενθυμείται ο άνθρωπος. Αλλ΄ ημείς τας φιλοσοφίας αφέντες ας έλθωμεν εις τας εορτάς ανεστάτωσαν το πλείστον της Αλεξανδρείας επί τρεις ημέρας. Μη κατακριθώμεν δε, διότι κατόπιν εορτής γράφομεν ταύτα, διότι νυν αξίζουσιν, ότε οι πάντες εξεζαλίσθησαν αναπολούσι δε μόνον τα πεπραγμένα.
Λοιπόν, το παράθυρον όπερ κατά τας εορτάς ταύτας ήτο στολισμένον ή δια τάπητος τινός ή δι΄ άλλου τινός καλύμματος ήδη μένει έρημον εν ταύτω και σοβαρόν. Επίσης ο εξώστης, όστις τοσούτον μασκαραδικώς δια ταπήτων ή δια κοκκίνου εριούχου ή δια λευκού υφάσματος συνάμα δε και δι΄ ανθέων εστολισμένος, τη δε νύκτα εκπέμπον ζωηρόν βεγγαλικόν φως, κείται νυν παραπονούμενος, διότι μετά τούτων εστερήθη και των ποικίλλων θεατών και θαυμαστών αυτού. Εννοείται ότι δεν μνησικακούσιν ούτε διότι βαρέως επεφορτίζοντο υπό των επ΄ αυτών κυρίων των, ούτε διότι οι σφοδροί και αδιάλλακτοι αυτών αντίπαλοι εκ των κάτωθεν ισχυρότατα έτυπτον αυτούς δια των λειχματίων, των ανθοδεσμών, των εκ χώματος και ασβέστου σφαιριστίων, του βαμβακόσπορου, των κουκίων, των φασουλίων και τοσούτων άλλων βλημάτων.
Αι προς τας οδούς άκραι των σωμάτων δεν θα λυπώνται, διότι αν και εστερήθησαν των πατημάτων και των πιέσεων δια των λεπτοφυών αγκώνων του ωραίου φύλου, θα έχωσιν όμως την κρούσιν της αύρας ως και του σφοδρού ανέμου.
Δεν θα εντρέπωνται το τοσούτον πλήθος των εορταστών είτε δεν θα μετανοήσωσι, διότι οι πλείστοι άνευ προσωπίδος επί αμάξης ιστάμενοι ή επί το κωμικώτερον καθήμενοι, επολέμουν και αντιεπολεμούντο είτε υπό των συναντώντων εορταστών εφ΄ αμαξών επίσης, είτε υπό των επί των εξωστών των εκατέρωθεν των οδών, εν αις ήγοντο τα καρναβάλια. Αξίζει να ενθυμήται τις τας νεανίδας και νεανίας μετά πόσου ζήλου εμάχοντο προς αλλήλους, μάλιστα δε αναπολή αυτούς εις την μνήμην ακόμψως και γελοίως ενδεδυμένους τους άλλως καλλωπιστάς, από κεφαλής δε μέχρι ποδών πλήρεις κονιορτού. Μόνον γέροντες τινας, νεανικώς λαβόντες μέρος εις την εορτήν, δυνατόν να σκώπτωσιν οι φιλοσκώμμονες νεανίαι μας.
Οι αμαξηλάται ίσως θα αναζητώσι τας ημέρας ταύτας, διότι τα αγώγια των ήσαν τα μάλιστα υπερτετιμημένα, και εν τούτοις δύο σειραί αμαξών αντιθέτως διευθυνόμεναι κατείχον ένθεν και ένθεν τας ιεράς οδούς, δι΄ ων αποκλειστικώς διήρχοντο οι εορτασταί. Δυναταί τις να είπη ότι αι πλείσται, αν ούχι πάσαι, αι άμαξαι της Αλεξανδρείας ευρίσκοντο εις το βακχικόν τούτον χορόν ή πανήγυριν.
Και οι παντοπώλαι και ζαχαροπλάσται θα ποθώσι την επανάληψιν εν των μέλλοντι παροιμοίων εορτών, διότι οι μεν τα παλαιά και άχρηστα φασούλια και κουκία των, οι δε παντοία είδη ζακχαρωτών επώλησαν εις υψωμένας τιμάς. Οι ονηλάται επίσης θα περιμένωσι την έλευσιν τοιούτων εορτών, ίνα επί των όνων των οδηγήσωσιν αθλητάς εις την δάφνην, ην υπέσχετο η επί των απόκρεων επιτροπή, ουδενός δε ονηλάτου όνος θα αξιωθή να πατήση τους πόδας επί της αμάξης ή να φορέση αθεμίτως πίλον και ιδιοτρόπους στολάς. Του λοιπού επί των αμαξών θα πατώσιν ανθρώπινοι πόδες.
Το φιλοθέαμον κοινόν Αλεξανδρείας δεν θα ήδη πλέον περισταράς και ανθοδέσμας βροχηδόν ριπτομένας εις τους εξώστας υπό ομάδος νέων. Θα βραδύνη ίσως να ίδη και πάλιν την υπερμεγέθη προσωπιδοφορούσαν Σφίγγα ανά τας ιεράς οδούς συρομένην υπό πλαστής ατμαμάξης συρομένης και ταύτης υπό 6 ίππων εστολισμένων από κεφαλής μέχρι ουράς δια πολυτελούς εσθήτος, δεν θα ίδη διαβόλους κερασφόρους επί πυράς πηδώντας και πολεμούντας σατανικώς παν το πρόστυχον.
Εν γένει δε θα ίδη και άλλα τινά θαυμαστά μόνον δια την σπατάλην και πολυτέλειαν των, προ πάντων όμως δεν θα ίδη 6 κυρίους καθημένους επί πολυτελούς τραπέζης, φωτιζομένους άνωθεν δια πολυελαίου και υπηρετουμένους υπό δύο θεραπόντων καλυπτομένους δια πάντας υπό μεταλλικού υφάσματος, ώστε να μην δύνανται οι πάντοθεν θεώμενοι αυτούς να τους ενοχλήσωσιν από του ενοδίου δείπνου των. Βεβαίως αν επαναλάβωσιν αυτό δεν θα τύχωσι πλέον του σεβασμού εκείνου.
Τέλος πάντων εκ των μεταμφιέσεων τούτων μία μόνη διαρκώς παρίσταται εν τοις όμμασι πάντων. Ώφθη ζυθοπώλις τις περιερχομένη την οδόν και έχουσα εν ταις χερσίν αυτής φιάλην και ποτήριον, σύρουσα δε όπισθεν της από της ρινός διαφόρους πελάτας της δια ταινιών εξηρτημένων εκ της μέσης αυτής. Τούτο βεβαίως γίνεται καθ΄ εκάστην και πραγματικόν, όπερ δυστυχώς παθαίνουσι πάντες¨…
Λεζάντα φώτο : Αλεξάνδρεια 1880 : Πλατεία των Προξένων
Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

















