Προφάσεις εν αμαρτίαις … και δυο μικρά ερωτήματα.
Ως Σπαρτιάτισσα, ως αρχαιολόγος, ως επαγγελματίας της πολιτιστικής διαχείρισης επί τριάντα χρόνια και βάλε, παρακολουθώ το δράμα που παίζεται γύρω από τη δημιουργία ενός σύγχρονου Αρχαιολογικού Μουσείου στη Σπάρτη.
Όλ’ αυτά τα χρόνια με την εμπειρία της δημιουργίας επτά μουσείων στην ελληνική περιφέρεια, πρώτα ως διευθύντρια του ΠΤΙΕΤΒΑ και στη συνέχεια ως γενική διευθύντρια του ΠΙΟΠ, προσπάθησα να βοηθήσω, τις λίγες φορές που ζητήθηκε η αρωγή μου, στην επίλυση τόσο επιστημονικών, όσο και διαδικαστικών προβλημάτων, γύρω από το θέμα της δημιουργίας αυτού του Μουσείου.
Δεν κρύβω ότι με θλίψη διαπίστωνα ότι όλες οι ευκαιρίες, η μία μετά την άλλη, γλιστρούσαν ανάμεσα στα δάχτυλα των υπευθύνων και χάνονταν μέσα από τα χέρια μας. Σήμερα, που πέταξαν μακριά από τη Σπάρτη τα χρήματα του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, που στέρεψαν τα χρήματα για υποδομές από την Ευρωπαϊκή Ένωση (και Β’ και Γ’ ΚΠΣ και ΕΣΠΑ περνούσαν κάτω από τα μάτια μας), διαβάζω σε τοπική εφημερίδα ότι θα πρέπει να απαιτήσουμε από το ΥΠΠΟ-Α του χρεωκοπημένου, στην ουσία, κράτους μας, να διαθέσει από τον κρατικό προϋπολογισμό τα απαραίτητα κονδύλια για να αποκτήσει η Σπάρτη… αρχαιολογικό μουσείο! Την ώρα μάλιστα που από την εκμετάλλευση των ευρωπαϊκών πόρων και τη στενή συνεργασία των τοπικών πολιτικών ηγεσιών με το Υπουργείο Πολιτισμού ολοκληρώνεται η κατασκευή μουσείου μέχρι και στην Αρέθουσα (κι αν αναρωτιέστε πού βρίσκεται η Αρέθουσα, είναι στη νότια είσοδο της Χαλκίδας).
Κατασκευάστηκε μάλιστα μέσα σε ένα βιομηχανικό ερείπιο, που αποκαταστάθηκε και επεκτάθηκε για τις μουσειολογικές του ανάγκες σε κτίριο, που φέρει τη σφραγίδα μιας σύγχρονης αρχιτεκτονικής γραφής. Η επιλογή του χώρου έγινε, λέει, για να μην χαθεί ο ιστορικός χαρακτήρας της ιστορικής βιομηχανικής ταυτότητας της Εύβοιας, που στήριξε την οικονομία της μετά τη δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους.
Η οικονομία της Λακωνίας κατά την ίδια ιστορική περίοδο, στην οποία εντάσσεται και η δημιουργία της νεότερης Σπάρτης, στηρίχθηκε στη μονοκαλλιέργεια του πορτοκαλιού και της ελιάς. Σ’ αυτήν την οικονομία στηρίχθηκε η όποια οικονομική ανάκαμψη του νομού μας από τον εμφύλιο και μετά. Θυμάμαι αμυδρά την γιαγιά Ιωάννα να μιλάει για τον “παλιο”-Φραγκίστα, που δεν έδωσε καλή τιμή στα πορτοκάλια της. Θυμάμαι τον γοητευτικό Ανδρέα (νομίζω) Αρβανίτη να κάνει την ίδια δουλειά, στο πλαίσιο της εμπορίας του πορτοκαλιού από ξένους· και δεν θυμάμαι τίποτα σημαντικό σχετικά με τη κατασκευή ενός σύγχρονου εργοστασίου χυμού πορτοκαλιού στην είσοδο της πόλης μου, που λάτρευα και λατρεύω, όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος. Για το εργοστάσιο δηλαδή που επέτρεψε την εκμετάλλευση του προϊόντος στον τόπο της παραγωγής του.
Πολύ αργότερα στάθηκα στην αρχιτεκτονική αρετή του εργοστασίου, καθώς το έβλεπα φευγαλέα μπαίνοντας και βγαίνοντας από τη γενέτειρά μου, συνήθως ταξιδεύοντας προς και από την Αθήνα. Λίγο παλιότερα, όμως, κάθε μέρα, πηγαίνοντας και φεύγοντας από το Γυμνάσιο Θηλέων Σπάρτης το μάτι μου στεκόταν στο σπίτι της Σάσας: η έλλειψη της παιδείας μου δεν με βοηθούσε να αποκρυπτογραφήσω τον ενθουσιασμό μου για την πρόσληψη ενός νέου αισθητικού μηνύματος· πολλά χρόνια μετά κατάλαβα ότι αυτό οφειλόταν στην ισχυρή γραφή ενός μεγάλου αρχιτέκτονα της νεότερης Ελλάδας. Σήμερα η οικογένεια, την οποία και η συγκυρία βοήθησε να στεγαστεί σ΄ ένα έργο του Ζενέτου, συνεχίζει να τιμά την υπογραφή του, διατηρώντας το σπίτι της χωρίς αλλοιώσεις της αρχικής του μορφής. Το μεγάλο έργο όμως, που έφερε μέσω της οικογένειας του Καρόλου Φιξ τον αρχιτέκτονα στη Σπάρτη, λίγα χρόνια μετά αλλοιώθηκε από τις προσθήκες, στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε και τέλος απαξιώθηκε. Σήμερα ο πρωτοποριακός, κομψός μπετονένιος σκελετός του θυρωρείου του, απαλλαγμένος από τις προσθήκες, στέκεται ξεγυμνωμένος στα μάτια των αδαών και τους επιτρέπει να τον χαρακτηρίζουν ως έκτρωμα, χωρίς, ακόμη και μόνο για την αυτοπροστασία τους, ως ταγών της πόλης, να προσπαθήσουν έστω να ενημερωθούν, κυρίως να διαβάσουν με στόχο να κατανοήσουν επιτέλους, γιατί δύο φορές ώς τώρα το ανώτατο αρμόδιο όργανο του κράτους απαρτιζόμενο από ειδικούς επιστήμονες (αρχαιολόγους, αρχιτέκτονες, πολιτικούς μηχανικούς και νομικούς) χαρακτήρισε αυτό το βάναυσα κακοποιημένο ερείπιο ως διατηρητέο. Μάλιστα στην πρόσφατη, διευρυμένης σύνθεσης κοινή συνεδρίαση Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, η εισήγηση για αποχαρακτηρισμό του χαρακτηρίστηκε ως ανιστόρητη· δυστυχώς την συνέταξε η Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων του Υπουργείου, που είναι μάλιστα… Σπαρτιάτισσα! Εντούτοις, τα βέλη ορισμένων τοπικών παραγόντων για την αποτυχία της εισήγησης αποχαρακτηρισμού, λες και αυτή ήταν ήττα, επικεντρώθηκαν στον αρχιτέκτονα, που παρέστη στη συνεδρίαση για να υποστηρίξει το προφανές.
Και το μελάνι χύνεται άσκοπα στις εφημερίδες και οι συζητήσεις φουντώνουν και διχάζουν την κοινή γνώμη και οι βαρείς χαρακτηρισμοί πάνε και έρχονται άσκοπα κι αυτοί, ενώ μόνο δύο ερωτήματα μένουν να απαντηθούν, απ’ όσους έχουν το προνόμιο να κατευθύνουν την κοινή γνώμη, αλλά κυρίως καθορίζουν την τύχη ολόκληρων περιοχών, γιατί διαχειρίζονται τα χρήματα της πολιτείας. Το πρώτο ερώτημα είναι:
Από πότε μπαίνει ταφόπλακα στο πρόγραμμα να αποκτήσει, (ποιος; ), η Σπάρτη (!) Αρχαιολογικό Μουσείο, επειδή ένα μικρό τμήμα του χώρου ανέγερσής του θα περιλάβει ένα διατηρητέο κτίσμα ενός μεγάλου αρχιτέκτονα της νεότερης Ελλάδας; Το έργο θα προκύψει από ανοιχτό διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, στον οποίο θα λάβουν μέρος οι κράτιστοι, αν στις προδιαγραφές του περιληφθεί η εξαιρετική πρόκληση να ενταχθεί στο νέο κτίσμα η ορθή αποκατάσταση και η ανάδειξη, μάλιστα, του κτιρίου του Ζενέτου. Η διατήρησή του θα αποθαρρύνει, κάτι που είναι ευκταίο για το συμφέρον της πόλης, μόνο τις μετριότητες της αρχιτεκτονικής, που δεν θα μπορούσαν παρά μόνο μέσα σ΄ ένα “καθαρό” οικόπεδο να “αρχιτεκτονήσουν”.
Αν διαβάσει κανείς την προγραμματική σύμβαση της 1ης Μαρτίου 2012, που φέρει τις υπογραφές του Περιφερειάρχη Πελοποννήσου κ. Πέτρου Τατούλη και της Γενικής Γραμματέως του τότε ΥΠΠΟ-Τ κ. Λίνας Μενδώνη, θα διαπιστώσει ότι η πλάνη περί τα πράγματα είναι άλλη από αυτή που επικαλέστηκαν στην πρόσφατη κοινή συνεδρίαση ΚΑΣ και ΚΣΝΜ, κατά την οποία οι εκπρόσωποι της περιφέρειας επιχείρησαν να τινάξουν στον αέρα τη διάσωση της ιστορικής οικονομικής ταυτότητας της νεότερης πόλης της Σπάρτης. Η πλάνη τους περί τα πράγματα είναι ότι συνεχίζουν να στηρίζονται σε μια προγραμματική σύμβαση, που προβλέπει την εφαρμογή του νόμου 3316, αυτού που επιτρέπει προεπιλογή μελετητών -γράφε ημετέρων- οι οποίοι εγγράφονται άνευ ετέρου στην κατηγορία των αρχιτεκτόνων, που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν ανοικτούς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς. Η πλάνη της Περιφέρειας περί τα πράγματα, είναι ότι νομίζει ακόμη ότι μπορεί να πείσει ότι αυτός ο διαγωνισμός, που θα καταπέσει με την πρώτη προσφυγή στη Ευρωπαϊκή Ένωση, θα της παράσχει άλλη μια δικαιολογία για άλλη μια καθυστέρηση, δήθεν ανωτέρα βία!

















