Η έρευνα του παρελθόντος οδηγεί συχνά σε κείμενα που από τη μια αναζωπυρώνουν τις αναμνήσεις των παλαιοτέρων, κι από την άλλη δημιουργούν εικόνες, tableaux vivants, μιας άλλης εποχής στους νεότερους.
Ένα τέτοιο γλαφυρό κείμενο-οδοιπορικό με τίτλο ¨Στη Σπάρτη¨, γραμμένο από τον Κ.Δ. Κυριαζή, είδε το τυπογραφικό φως στην εφημερίδα ¨Ταχυδρόμος¨ της Αλεξάνδρειας στις 10/11/1949, ήτοι σχεδόν 70 χρόνια πριν.
Ας ταξιδέψουμε λοιπόν διαβάζοντας το πίσω στο χρόνο, σε μια Σπάρτη που θα βρίσκεται για πάντα μέσα στην καρδιά μας:
¨Σε μια μαγευτική τοποθεσία, με ποτάμια που κάποτε με ορμή κυλούσε και καλοκαίρι ακόμη το νερό, με δένδρα, κήπους και μποστάνια, που μοσχοβολούν παρ΄ όλο το φθινόπωρο, με ένα βουνό που στέκει, βράχινος τεράστιος όγκος, στα πλευρά της, είναι κτισμένη η σύγχρονη Σπάρτη.
Από το ξενοδοχείο μας το ¨Μιστρά¨ που είναι στην πλατεία, φαίνεται ολόκληρος ο Ταΰγετος με τις πολλές του κορφές και τ΄ απότομα ανεβοκατεβάσματα του. Καθήσαμε ώρες ολόκληρες την αυγή στο παράθυρο, την ώρα που ο ήλιος έστελνε τα πρώτα ανατριχιάσματα του φωτός στο βουνό απάνω. Είχε ένα χρώμα σκούρο μπλε μόλις ο ουρανός εχρύσισε προς την Ανατολή. Ζωήρευε, ζωντάνευε ολόκληρο καθώς προχωρούσε η ώρα. Το σκούρο μπλε έγινε διάφανο γαλάζιο στην κορφή και όταν πια ο ήλιος έστειλε τις πρώτες του αχτίδες πάνω στη γη, σαν ζωντανό το γέρικο βουνό ετίναξε τη νάρκη του από πάνω του και φάνηκε σ΄ όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Είναι περίεργο βουνό ο Ταΰγετος, όπως φαίνεται από τη Σπάρτη, όπως φαίνεται από το παραθύρι που καθόμαστε. Λες κι είναι χωρισμένος στα δύο παράλληλα προς την πόλη. Έχει επτά λοφίσκους από χώμα αργιλλώδες ανάκατο με βράχο και πέρα από αυτούς υψώνεται τεράστιος και υποβλητικός ο κύριος όγκος του. Λες κι οι μικροί οι λόφοι, που δεν είναι πιο ψηλοί απ΄ το Λυκαβηττό, σε ετοιμάζουν να δεχθείς δίχως να τρομάξεις το ύψος του βουνού πούναι ξοπίσω τους.
Έχει εξοχές που θα τις ζήλευε κάθε πόλις η Σπάρτη. Το Παρώρι, τον Άη Γιάννη, το Μυστρά. Το Παρώρι, πούνε κτισμένο κάτω από έναν από τους επτά λόφους, μόλις απέχει δυο χιλιόμετρα από την πόλη. Στην πλατεία του είναι ριζωμένος ένας γεροπλάτανος τόσο ψηλός, που χάνεται το φύλλωμα του στον ουρανό απάνω. Έχει νερά πολλά, παγωμένα νερά, που κατεβαίνουν από ψηλά από την καρδιά του βουνού και τρέχουν από βρύσεως που δεν στερεύουν ποτέ. Ολοτρίγυρα στις βρύσες, εκεί που αναβλύζουν τα νερά, που δεν δέχονται κανένα περιορισμό ανθρώπινο, αλλά τρέχουν ολούθε και πάνω και κάτω από τις βρύσες τραγουδώντας χίλια τραγούδια του βουνού και της φύσεως, η πέτρα ολόκληρη είναι στολισμένη με κισσό και βρύα που ζουν ζωή μακάρια και τεμπέλικη από την άφθονη τροφή που τους δίνει με τα νερά του ο Ταΰγετος. Πέφταν οι ακτίνες του ήλιου πάνω στο νερό καθώς σκύψαμε να πιούμε και στο παιγνίδισμα τους με τις σταγόνες φτιάχναν ουράνια τόξα, που λάμπαν ζωηρά για μια στιγμή, για να χαθούν την άλλη.
Κάτω από τη σκιά του γεροπλάτανου μια Σπαρτιατοπούλα, μια κοπέλα με μακρυά μαλλιά και γαλάζια σαν τ΄ ουρανού το χρώμα μάτια, έπλενε τα μαλλιά της τραγουδώντας, συντροφεύοντας το νερό στο κελάδημα του. Ήταν ένα χάρμα να την βλέπεις… Πιο κει μια χαράδρα απότομη μ΄ ένα μικρό γιοφυράκι έδειχνε από πού τρέχουν οι χείμαρροι, που γίνονται ποτάμια ορμητικά σαν βρέχει, που παρασέρνουν στο θυμωμένο διάβα τους πέτρες, σκίνα, θάμνους, χώμα, που τρώνε το βουνό και του ανοίγουνε πληγές, που πάνε ν΄ ακουμπήσουνε στην εύφορη πεδιάδα της Σπάρτης χώμα παχύ, που φτιάχνει κι άλλη, πιο πλούσια στρώση στον κάμπο απάνω.
Ο Άη Γιάννης είναι μια τοποθεσία άλλο ένα χιλιόμετρο πιο πέρα, με μια μικρή εκκλησία που λειτουργείται σπάνια, με κέντρα εξοχικά και άφθονα πλατάνια, που έχουν τις ρίζες τους βαθειά τρυπώσει μέσα στο νερό, που πλατσουρίζουν με φωνές μεγάλες και αστείες πάπιες και χήνες και άλλα ζωντανά.
Στην άλλη άκρη της πόλεως, σ΄ ένα άλλο μέρος πιο μαγευτικό ακόμη – αν είναι τούτο δυνατόν κοντά εις τον Ευρώτα – μέσα σε λεύκες και πορτοκαλιές, ελιές και νεραντζιές, είναι σκαμμένη μια πισίνα. Η πισίνα του Ματάλα που κολυμπούνε το καλοκαίρι οι Σπαρτιάτες μέσα σε νερό που φέρνει ο Ευρώτας.
Την έφτιαξε πολύ πριν από την Κατοχή ο Π. Ματάλας, κι έτσι η Σπάρτη απέκτησε νωρίτερα και από το άστυ πισίνα με γλυκό νερό. Έχει καμπίνες δίπλα της, κάτι μικρά καμαράκια που είναι κτισμένα στον ήλιο απέναντι και είναι πνιγμένα στις αγριοδάφνες.
Όλα τα δένδρα, κι αυτές ακόμη οι κοντές οι δάφνες καθρεπτίζονται φιλάρεσκα μέσα στο πράσινο νερό που τρεμουλιάζει ο καθρέπτης του από το πρωινό αγέρι. Οι μυρωδιές που στέλνουνε τα οπωροφόρα γιομίζουν την ατμόσφαιρα μ΄ ένα λεπτό, γλυκό, κι όλο ζωντάνια άρωμα. Είν΄ όμορφο το μέρος τούτο, τόσο όμορφο που ακόμη κι η παρουσία ενός νεροφιδιού, που σέρνει την κοιλιά του στο ζεστό το χώμα, διόλου δεν σε αγριεύει.
Από την πισίνα του Ματάλα ξεκινούμε πάλι για την πόλη. Μια επίσκεψη στο Μουσείο και στην αρχαία Σπάρτη θα συμπλήρωνε την περιοδεία μου στην πατρίδα του Λυκούργου. Το Μουσείο, ένα μονόπατο οικοδόμημα σε αρχαϊκή μορφή, είναι κοντά στο κέντρο. Έχει ένα κήπο μπρος του με δένδρα και λουλούδια και συντριβάνι με χρυσόψαρα που γυαλίζουν καθώς τρέχουν βιαστικά ολόγυρα στη γούρνα, μέσα στο σκούρο από το χόρτο το νερό. Είναι κλειστό ακόμη το Μουσείο. Οι θησαυροί του είναι βαθειά μέσα στο χώμα. Πέντε χρόνια πέρασαν από την ημέρα που έφυγαν οι Γερμανοί, κι ακόμα δεν ξεθάφτηκαν. Πέρασαν ξένοι κι έφυγαν από την Σπάρτη δίχως να δουν τα λίγα εκείνα που πολλά μιλούνε για την κάποτε τόσο πολεμόχαρη πολιτεία.
Δεν έχει ερείπια αξιόλογα η Σπάρτη. Τα τείχη, ένα κομμάτι από αυτά που σώζεται ακόμη, μαρτυράνε πως οι Σπαρτιάτες δεν πίστεψαν ποτέ πως θα τους ήταν δυνατόν να βρεθούν μια μέρα σ΄ ανάγκη ν΄ αμυνθούνε. Επίθεσις είναι ο πόλεμος τους, ποτέ η άμυνα, που είναι για κείνους που ορμούν με όπλα σαν μονάχα η ανάγκη το ζητήσει.
Ένα αρχαίο θέατρο που ξεφυτρώνει από την αγκαλιά της γης, που σήμερα μονάχα η σκηνή κι ελάχιστες κερκίδες έχουν ξεχωθεί, μιλάει για τις λαμπρές στιγμές που έζησε η Σπάρτη εκείνο τον καιρό. Στους τοίχους της σκηνής απάνω διακρίνονται σωρό οι επιγραφές. Σε μια διαβάζουμε ¨Νομοφύλακες επί Περικλέους, Αρίστιππος, πρέσβυς, κλπ¨. Θα εχαράχτηκε η πέτρα πριν απ΄ το μεγάλο πόλεμο που χώρισε όλη την Ελλάδα και έφερε την καταστροφή στον τόπο στα χρόνια εκείνα τα παλιά.
Οι ανασκαφές σταμάτησαν το 1936 και από τότε δεν συνεχίστηκαν, άγνωστο γιατί για το Σπαρτιάτη οδηγό μας. Είναι αμαρτία όμως, γιατί πολλά θα είχαμε να δούμε αν συνεχίζονταν.
Εμπρός στα τείχη της αρχαίας Σπάρτης, το χώμα είναι σκαμμένο. Η Εννάτη Μεραρχία έσκαψε τη γη κι άρχισε να φτιάχνει στίβο γι΄ αγώνες. Το έργο όμως σταμάτησε ένα πρωινό, που ένας εργάτης με την τσάπα του εξέχωσε ένα αρχαίο αγαλματάκι. Φοβήθηκαν οι μηχανικοί μη κάνουνε ζημιά σε άλλα αρχαία που μπορεί να βρίσκονταν κει πέρα και άφησαν ατελείωτο το στίβο, που φαντάζει σαν ανοιχτός τεράστιος λάκκος σήμερα. Τον άφησαν για να τον πιάσουν άλλα χέρια πιο στοργικά, που θα αποσπάσουν από το ζεστό του κόρφο όλα εκείνα που τόσα χρόνια ζηλότυπα από τα μάτια του κόσμου εφύλαγε.
Στην άκρη της σύγχρονης Σπάρτης, σε μια γωνιά ενός δρόμου, ανάμεσα σε χωράφια και σπίτια, σίδερα χοντρά κλείνουν έναν αρχαίο τάφο. Είναι του Λεωνίδα, όπως μας λένε. Αγκωνάρια πελεκημένα, τεράστια αγκωνάρια σχημάτιζαν τη βάση του τάφου του μεγάλου βασιλιά. Είναι ανάκατα ριγμένα σήμερα, φαίνεται να νάχουν κινηθεί από χέρι ανθρώπινο. Ο Βασιλιάς, που με την υπέροχη θυσία του απέδειξε στον κόσμο ολόκληρο πως το Πνεύμα δεν νικιέται από την Ύλη, ο Βασιλιάς που από το στόμα του βγήκε μια απάντηση, μια ρήση, που διαρκώς θα φωτίζει με την άσβεστη φλόγα της τις καρδιές των ανθρώπων που πιστεύουν στην Ελευθερία, δε βρήκε τη γαλήνη που του άρμοζε μέσα στον τάφο του, που προσκύνημα πίστεως στην Πατρίδα θα μπορούσε να γενεί.
Κοιτάζοντας τον τάφο, αθέλητα ο νους μας τρέχει πίσω. Νομίζουμε πως βλέπουμε και ακούμε μια μάνα, που Σπαρτιάτισσα μονάχα θα μπορούσε νάτανε, να ξεπροβοδίζει το μοναχοπαίδι της στον πόλεμο και να του λέει κάτι που μοιάζει σαν κατάρα: ¨Η ταν ή επί τας¨.
Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ
[Στη φώτο η Σπάρτη κατά την εποχή της επίσκεψης του αρθρογράφου]

















