Όπως ανέφερε στα 1958 ο διευθυντής του Ελληνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου Αλεξανδρείας Τ. Παλαιολόγος, η οικογένεια Κυπριάδη καταγόταν από τη Μάνη και έφερε αρχικά το όνομα Καπετανάκη. Μέλη της ασχολούμενα με τη ναυτιλία, περί τα μέσα του 18ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο, όπου αναπτύχθηκαν οικονομικά. Όταν όμως η Κύπρος άρχισε να υφίσταται τις επιδρομές των πειρατών και κυρίως των Άγγλων, έφυγαν εκ νέου και εγκαταστάθηκαν στα Κύθηρα, όπου και έλαβαν το όνομα Κυπριάδη.
Ο Μίνως (ή Μηνάς) Κυπριάδης γεννήθηκε το 1845 στο χωριό Καραβάς των Κυθήρων. Υπήρξε το μεγαλύτερο παιδί από τα 7 αγόρια και τα δύο κορίτσια της οικογένειας του. Μόλις τελείωσε το δημοτικό, το 1857, σε ηλικία 12 ετών πήγε στον Πειραιά για να αναζητήσει την τύχη του, εργαζόμενος αρχικά ως πλανόδιος πωλητής βιβλίων και αργότερα κάνοντας διάφορες μικροδουλειές, έχοντας πάντοτε όμως στο νου τη μετανάστευση.
Στα 14 του λοιπόν, βρίσκεται επικεφαλής καραβανιού στη Σαχάρα, από τους πρώτους Έλληνες που έφτασαν στο τόπο. Εκεί επιδιδόταν σε αναζήτηση χρυσοφόρου άμμου, στο εμπόριο ελεφαντόδοντου και φτερών στρουθοκαμήλου, ανταλλάσσοντας τα με τους ιθαγενείς, δίνοντας τους ψευτοκοσμήματα, χάνδρες, χτένες, κτλ. Ήταν δε τέτοιες οι συνθήκες, που όπως ανέφερε εκείνος χαρακτηριστικά, σε μια διαδρομή του καραβανιού έπιασε αμμοθύελλα, με αποτέλεσμα να σκεπαστεί από σωρό άμμου. Ευτυχώς όμως, τον αναζήτησε η καμήλα του, βοηθώντας τον με το ρύγχος της να απαλλαγεί από την άμμο και με την όσφρηση της ξαναβρήκαν το καραβάνι.
Πάντως, το 1869 μετέβη στην Αβησσυνία, όπου εκτός του εμπορίου, επιδόθηκε και στο κυνήγι άγριων θηρίων. Ήταν τόσο σκληρή η ζωή του εκεί, ώστε όταν κάποτε επέστρεφε με φορτία αξίας 20.000 λιρών, τον βρήκε στην έρημο μια τρομερή αμμοθύελλα και τέτοια ήταν η δίψα και η απελπισία του, που άρχισε να φωνάζει πως τα δίνει όλα, για μια καράφα παγωμένο νερό…

















