Στο υπ. αρ. 352 τεύχος της πολιτικοσατυρικής εφημερίδας των Αθηνών ¨Μη Χάνεσαι¨ του Βλάση Γαβριηλίδη, με ημερομηνία 29/9/1882, δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο ¨Σπάρτη¨ περιηγητικό κείμενο του ειδικού ανταποκριτή Michelet.
Το κείμενο αυτό, 132 χρόνια μετά, σας το παρουσιάζουμε αυτούσιο, διατηρώντας την ορθογραφία και το ύφος της εποχής, διότι πιστεύουμε πως θα γεννήσει σκέψεις στον αναγνώστη, σκέψεις νοσταλγικές από τη μία, σκέψεις συγκριτικές με το σήμερα και την πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης από την άλλη, σκέψεις ικανοποίησης για τη διατήρηση της παράδοσης του πανηγυριού του Μυστρά, μα και σκέψεις λύπης αφού τόσα χρόνια μετά η πόλη δεν έχει αποκτήσει ακόμη το σύγχρονο και μεγάλο μουσείο που της αξίζει.
¨Παρετηρήθη – και όντως άξιον σπουδής και παρατηρήσεως είναι – ότι εν τε των ηθικώ και φυσικώ κόσμω ουχί σπανίως από των μεγάλων παράγονται μικρά, οι μεγάλοι άνδρες γεννώσι νάνους υιούς, εις τους πόδας των ισχυρών κορμών έρπουσι ταπειναί παραφυάδες. Ούτως οι Καραΐσκοι και οι Κριεζώται του ΄21 εγέννησαν τους σημερινούς ομωνύμους, αξιοτίμους άλλως κατά πάντα ανθρώπους, επί των ερειπίων των Αθηνών του Φειδίου και του Περικλέους εστρώθη των χρυσοκανθάρων η Αθήνα και παρά την αρχαίαν Σπάρτην ανεβλάστησεν η σημερινή.
Η δε λέξις ανεβλάστησεν είναι προσφυής, διότι εξ αποστάσεως τινός ορωμένη φαίνεται όλη καταπράσινος, οι παρ΄ εκάστην οικίαν κήποι, λεμονεών και πορτοκαλλεών ιδίως, δίδουσιν αυτή ευχάριστον όψιν μεγάλης δροσεράς αγροικίας. Αλλ΄ όταν εισέλθη τις εν αυτή, η εικών απόλλύσι τα τρία τέταρτα της καλλονής της.
Διαγραφείσα η πόλις αύτη εν σχεδίω περιμέτρου δύο περίπου ωρών, ωσανεί έμελλε να κατοικηθή υπό εκατοντάδος χιλιάδων κατοίκων, κατοικείται μόλις υπό πεντακισχιλίων. Αι οδοί αυτής είναι ευρείαι, ικανώς δε ωραίαι, αλλά παρημελημέναι και τινές ακάθαρτοι, μεταβαλλόμεναι υπό την βροχήν εις Σαχάραν λάσπης. Ως εκ του μικρού δε, αναλόγως προς την έκτασιν, πληθυσμού, πολλών τετραγώνων μόνον τα άκρα κατέχονται υπό μιας ή δύο οικιών, το δε μεταξύ μένει κενόν, ως εις γεροντικάς σιαγόνας τα ούλα γυμνά, μόλις δε προς το βάθος φαίνεται οδούς πολλάκις ευρωτιών και υποπράσινος. Ουχ΄ ήττον εις το επάνω ιδίως μέρος της πόλεως εισί τινές οικοδομαί άξιαι λόγου, εκεί δε είναι και η κυριωτέρα οδός – η σπαρτιατική οδός Σταδίου – φέρουσα έτι το όνομα του Όθωνος, εν η το κέντρον της μικράς κινήσεως, ο περίπατος και τα πλείστα ξενοδοχεία και καφενεία, ώστε λεληθότως εθεωρήθη πλατεία και ούτω καλείται. Η δε κάτω πλατεία – ανώνυμος και διαστελλομένη από της ανωτέρω οδοπλατείας, δια του τοπικού κάτω, ως εν αποκλίσει του εδάφους, όπερ βαίνει χαμηλούμενον προς τον Ευρώταν, κειμένη – είναι τετράγωνος, διαστάσεων της του Συντάγματος, με στοάς τα πλευρά, υφ΄ ας μαγαζεία, προς την κορυφήν δ΄ αυτής υπάρχει μέγα και βαρύ οικοδόμημα, εν ω έμελλον να εγκαθιδρυθώσι τα γραφεία των δημοτικών αρχών, αλλ΄ ως παν ρωμαίϊκον έμεινεν ημιτελές και ήδη αντί όγκων δημοτικών αρχών και αρχείων κατέλαβον το σπαρτιατικόν τούτο hotel de ville όγκοι δεινοί την θέαν και την οσμήν, Άλπεις δυσώνυμοι. Αμέσως κατωτέρω ταύτης υπάρχει μεγάλη χλοερά έκτασις, εν των κέντρω της οποίας το μουσείον, ομοιάζον κάπως προς το Πανεπιστήμιον, εν ω περισυνήχθησαν ικαναί αρχαιότητες. Και παρά ιδιώταις δε τοιαύται ευρίσκονται, δύο δε ψηφιδωτά, άριστα διατηρούμενα, εν ιδιωτικοίς κήποις, εξηγορασμένα υπό της κυβερνήσεως.
Περί τα 10 λεπτά προς Α. βλέπει τις τον Ευρώταν με τους καλαμώνας του, τα ρωμαντικά σπήλαια του και τα κύπτοντα προς το ρείθρον του δένδρα. Δεν είναι όμως ορμητικός και αφρώδης, ειμή μόνον τας βροχεράς ημέρας. Το θέρος ολιγοστεύει τόσο το ύδωρ του, ώστε ανέχεται να διαβαίνουν αυτόν φορτωμέναι ξύλα αι χωριατοπούλαι χωρίς να τολμά να φθάση ούτε μέχρι των μηρών των. Κυλίει βραδύς και μελαγχολικός το ρεύμα του μεταξύ των φλυάρων καλαμώνων των οχθών του, ωσεί αναπολών περασμένα μεγαλεία και νομίζεις ότι ο γλυκύς των κυμάτων του φλοίσβος είναι θρήνος του τεθλιμμένου ποταμού. Sic transit.
Προς Δ. εγείρεται ο γίγας Ταΰγετος εις ύψος μέγιστον, πένθιμος και θυελλώδης τον χειμώνα, αλλά το έαρ νεάζων και αυτός και λαμπρός την θέαν. Αναλύουν τότε τα χιόνια του και ¨πυκνωτά ροβολάν οχ΄ τα ύψη¨, ενώ τα επί των υψηλοτέρων κορυφών του εναπομένοντα άλυωτα ακόμη αποστίλβουν ως ύαλος περιαυγαζόμενα υπό καθαρωτάτου φωτός. Η ανάβασις του δεν είναι δύσκολος όσον ηδύνατο τις να υποθέση. Επί της υψίστης των κορυφών του – αίτινες είναι πέντε, εξ ου και το κοινόν όνομα του πενταδάκτυλον – τεθαμμένον το πλείστον του ενιαυτού εντός ορέων πάγων υπάρχει εκκλησίδιον τι, Άγιος Ηλίας, εις ο την 20 Ιουλίου συρρέουσι πολλοί προσκυνηταί. Μαγικόν δε πανόραμα εκτυλίσσεται προ των ομμάτων του θεατού, εντεύθεν το ανατολικόν της Πελοποννήσουν επαφροδίτως εξαπλούμενον κάτω μέχρι του Ισθμού και η παρ΄ αυτό θάλασσα υπό νησιδίων εσπαρμένη, εκείθεν δε η ευθαλής Μεσσηνία και η γλαυκή Μεσόγειος. Περισώζονται ακόμη πολλά δάση επ΄ αυτού, αλλ΄ οσημέραι ελαττούμενα. Ω ! εάν ο άνθρωπος δεν ανέβαινε κι εκεί επάνω να ενοχλήση την φύσιν ! Αύτη, ελευθέρα, εν τη αγρία μεγαλοπρεπεία της, θα εξηκολούθει το δημιουργικόν της έργον. Τι μυστηριώδης, τι παρθένος, τι ποιητικωτάτη βλάστησις θ΄ ανεπτύσσετο εκεί ! Αλλ΄ όχι, η χειρ του ανθρώπου σχεδόν καθ΄ εκάστην μεταβάλλει τα δάση του, το καύχημά του, εις λήϊα φλογών, ων αι αναλαμπαί φθάνουσι μέχρι της Σπάρτης.
Μία ώραν μακράν αυτής, υπό τον Ταΰγετον, κείται η παλαιά πρωτεύσα της Λακεδαίμονος (και της Πελοποννήσουν επί Βυζαντινών) Μιστράς, ηρημωμένη τουρκική την όψιν πόλις, εν η περί τα τέλη Αυγούστου εκάστου έτους εμπορική πανήγυρις. Όσο δ΄ η Σπάρτη δεν έχει επαρκές ύδωρ, τόσον ο Μιστράς λούεται εις διαυγέστατα νερά. Οποιανδήποτε ατραπόν του και αν διέλθης, ακούεις μόρμυρον υδάτων, παλαιαί δε κρήναι εννεάκρουνοι και εικοσάκρουνοι, εφ΄ ων φανταστικαί απεικονίσεις γρυπών, λεόντων, βουβάλων και αλλοκότων θηρίων, προχέουσι κατάψυχρα νάματα. Τούτο δε συμβαίνει και εις όλα τα παρά το όρος χωρία, όλα δροσερά, χαριέντα και καταπράσινα, διότι, ως προείπον, η λεμονέα και η πορτοκαλλέα καλλιεργούνται αφθόνως.
Εν επιλόγω δε, ας επανέλθουμεν από της εκδρομής ταύτης εις Σπάρτην. Αύτη στερείται βιομηχανίας, εμπορίου και των τοιούτων. Τα προϊόντα της καταναλίσκονται ως επί το πολύ εν τω τόπω. Οι κάτοικοι ζώσιν οι πλείστοι εκ του εισοδήματος των, διο δεν βλέπει τις πολλούς αργούς ενταύθα, πολλά δε καφενεία, ενώ εν τη εργατική και φιλοπόνω Τριπόλει επί διπλασίου πληθυσμού ολίγιστα τοιαύτα δύνανται να συντηρηθώσι. Μόνοι ξένοι επισκεπτόμενοι αυτήν είναι οι αρχαιολόγοι περιηγηταί, βεβαίως χάριν των αρχαιοτήτων της και εν γένει εξεταζομένη ως πόλις δύναται να ενθυμίση εις τον επισκέπτην την εν αρχή παρατήρησιν, μ΄ όλην την μάγον φύσιν της, της πρασινάδαις, τον Ευρώταν και τον Ταΰγετον.¨
Νικόλαος Νικηταρίδης

















