Ο Αιγυπτιώτης μελωδός Κλέων Τριανταφύλλου, γνωστότερος ως Αττίκ, είχε γεννηθεί στην αιγυπτιακή πόλη Ζαγαζίκ μεταξύ 1882 και 1885 και μετά τις μουσικές του σπουδές και τη σχετική μελωδική σταδιοδρομία του στο Παρίσι, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1930, ανοίγοντας την περίφημη ¨Μάντρα¨, απ΄ όπου αναδείχθηκαν πάμπολλοι σπουδαίοι καλλιτέχνες όπως οι Νίκος Μοσχονάς, Πάολα, Ποζέλλι, Νινή Ζαχά, Ντιριντάουα, Τραϊφόρος, Καλή Καλό, Ορέστης Λάσκος, Κάκια Μένδρη, Δανάη, η Αιγυπτιώτισσα Βέρα Βάντα, κ.ά. Μέχρι το θάνατο του το 1944, δεν έπαψε να σκορπίζει σπάνιες μελωδίες με τα τραγούδια του και να αναδεικνύει μέσω της ¨Μάντρας¨ του σπουδαία ταλέντα, κάνοντας παράλληλα τουρνέ τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο.
Σε μια από αυτές τις τουρνέ ¨στάθμευσε¨ τη Μάντρα του και στη Σπάρτη, δίνοντας δύο παραστάσεις στις 18 και 19 Νοεμβρίου του 1935, με ιδιαίτερη επιτυχία όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα ¨Σπαρτιάτικα Νέα¨ στις 24/11/35. Και μάλιστα, εκτός από το ηχηρό χειροκρότημα που έλαβε γενναιόδωρα από τους Σπαρτιάτες, όλα κύλησαν ομαλά, αφού σίγουρα νωπές θα ήταν για τον Αττίκ οι μνήμες από τα τέλη Ιουλίου της ίδιας χρονιάς, όταν – όπως διαβάζουμε στον αλεξανδρινό ¨Ταχυδρόμο¨ στις 31/7/35 – δέχτηκε επίθεση στην Αθήνα και γρονθοκοπήθηκε από τρεις στρατιώτες, που θίχτηκαν από τα πολιτικά του τετράστιχα, εκλαμβάνοντας τη λεπτή ειρωνεία του για τη διαρκή πολιτική αμφιταλάντευση του Τσαλδάρη, ως μομφή για το Βασιλιά…
Ας ταξιδέψουμε λοιπόν 80 χρόνια πίσω και μέσω του δημοσιεύματος του αρθρογράφου που υπογράφει απλά ως ¨Χ.¨, ας μεταφερθούμε νοερά στα καθίσματα του σπαρτιάτικου κινηματοθεάτρου, απολαμβάνοντας τον μοναδικό στο είδος του Αττίκ.
Δύο αλησμόνητες βραδιές: Η Μάντρα του Αττίκ εις την πόλιν μας
¨Η πληροφορία της αφίξεως του Αττίκ εις την πόλιν μας εύρε την εφημερίδα μας επί του πιεστηρίου. Και μπήκε μολαταύτα μια σύντομη ειδησούλα στο προηγούμενο φύλλο, την οποία ασφαλώς θα είδατε.
Ο Αττίκ, περιοδεύων ανά τα κέντρα και… απόκεντρα της Ελλάδος… κατέπλευσε και εις την πόλιν μας την παρελθούσαν Δευτέραν και Τρίτην και έδωσε δύο και τελευταίας παραστάσεις.
Παρ΄ όλον το αλμυρόν – όχι του άλατος – αλλά της τιμής του εισιτηρίου, 30 δραχμές, και τις δύο βραδιές το Κινηματοθέατρο ¨Σπαρτιατικόν¨ κατεκλύσθη από εκλεκτώτατο κόσμο Αττικομανών!
Ο Αττίκ, ο ίδιος, αιώνιος και αμετάβλητος -¨κατά ένα χρόνο μάλιστα νεώτερος (!)¨ – μας παρουσιάσθη και μας εφραίδυνε.
Είχε μαζί του μια ολόκληρη ¨μάντρα¨ – κυριολεξία – από αστέρες και αστερίσκους του θεάτρου, ντιζέρ, ντιζέζ, χορεύτριες, ποιητάς, οργανοπαίκτας… και τι δεν είχε κουβαλήσει ο αθεόφοβος. Και το κοινόν εχειροκροτούσε… αμειλίκτως και τον Αττίκ και τη Μάντρα του.
Ξεχωρίσαμε, ωστόσο, από όλο αυτό το θεατρινομάζωμα την ντιζέζ Κάκια Μένδρη, που τραγουδάει τώρα και σε δίσκους. Μας τραγούδησε το γνωστό ταγκό του Αττίκ ¨Να ζη κανείς ή να μη ζη¨, καθώς και ένα άλλο, νέο, του ιδίου, την ¨Παπαρούνα¨. Ίσης δυνάμεως και η άλλη τραγουδίστρια που έφερε, η Δανάη. Αυτή η διαβολογυναίκα είχε μια εξαιρετικά παράξενη και ωραία φωνή, που έμοιαζε περισσότερο με όργανο, παρά με φωνή, χωρίς ωστόσο να μπορούσε κανείς να τη χαρακτηρίσει και ψεύτικη.
Περιλαμβάνετο και ο Πασκάλ, ένα παιδάκι που έπαιζε θαυμάσια, δυσκολότατα κομμάτια στο βιολί, άλλη τραγουδίστρια η Βέρα Βάνδα, σωσίας του Σαρλώ και της Γκάρμπο, ο Σταθόπουλος και ο ανοικονόμητος Ζαζιάς, ο εξ απροσεξίας βαρύτονος Αγγελόπουλος, ο οποίος δεν ήτο καθόλου εξ απροσεξίας, και… και…
Υπάρχουν και άλλα ¨και¨…
Ο Αττίκ εις το πρωτότυπον πράγματι κατασκεύασμα της Μάντρας του, δεν άφησε δυσαρεστημένους και τους ποιητάς. Ο Ορέστης Λάσκος και ο ¨άγνωστος¨ Τραϊφόρος… Ποιηταί με αγρίας διαθέσεις. Απαγγελία σε στυλ σπαραξικάρδιον. Κατεχειροκροτήθησαν όμως… είναι η τύχη της Μάντρας αυτή, να χειροκροτούνται όλοι.
Αλλά το γλέντι της Μάντρας δεν σταμάτησε εδώ. Περιλαμβάνει και ¨παράπονα¨ του κοινού και εκ του προχείρου λεκτικούς – παρ΄ ολίγον να λέγαμε φιλολογικούς – διαξιφισμούς, Αττίκ-θεατών, και στίχους εκ του προχείρου από λέξεις που έδιδον εις τους ποιητάς οι θεαταί.
Το συμπέρασμα είναι – υπάρχει και συμπέρασμα ! – ότι ο Αττίκ, με το ανεξάντλητον κέφι του, και το εξαντλούμενον χιούμορ του, κατάφερε να σκορπίσει στιγμές γέλιου αβιάστου και… ηχηρού… γέλιου ευτυχώς καλής ποιότητος.
Μετά την αναχώρησιν του η πόλις μας επανεύρε τον ρυθμόν της… νυχτερινής ζωής της, του μακαριωτάτου της ύπνου, του λεγομένου ¨κατά βούλησιν¨.
Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

















